Μετάφραση του "pik" σε Ελληνικά

Οι δόρυ, ακόντιο, αιχμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pik" σε Ελληνικά.

pik
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δόρυ

    noun neuter

    Och familjen Argent vill ge honom piken.

    Κι οι Άρτζεντ θα προσπαθήσουν να του δώσουν το δόρυ.

  • ακόντιο

    noun neuter
  • αιχμή

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κοροϊδεύω · κριτικάρω · λοιδορώ · σαρκάζω · χλευάζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη