Μετάφραση του "pik" σε Ελληνικά
Οι δόρυ, ακόντιο, αιχμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pik" σε Ελληνικά.
pik
-
δόρυ
noun neuterOch familjen Argent vill ge honom piken.
Κι οι Άρτζεντ θα προσπαθήσουν να του δώσουν το δόρυ.
-
ακόντιο
noun neuter -
αιχμή
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κοροϊδεύω · κριτικάρω · λοιδορώ · σαρκάζω · χλευάζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη