Μετάφραση του "postverk" σε Ελληνικά
Οι ταχυδρομείο, ταχυδρομική υπηρεσία, αλληλογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "postverk" σε Ελληνικά.
postverk
-
ταχυδρομείο
noun neuterHuvudintressenterna för ett eventuellt köp var enligt dem ett av de holländska och tyska postverken.
Οι ίδιοι πίστευαν ότι πιθανότεροι αγοραστές των μετοχών ήταν η ολλανδική και η γερμανική επιχείρηση ταχυδρομείων.
-
ταχυδρομική υπηρεσία
nounTullmyndigheterna får föreskriva att postverket skall anses som deklarant och, i tillämpliga fall, som gäldenären.
Οι τελωνειακές αρχές μπορεί να προβλέψουν η ταχυδρομική υπηρεσία να θεωρείται ως διασαφιστής και, ενδεχομένως, ως οφειλέτης.
-
αλληλογραφία
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " postverk " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη