Μετάφραση του "prenumerant" σε Ελληνικά

Το συνδρομητής είναι η μετάφραση του "prenumerant" σε Ελληνικά.

prenumerant
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδρομητής

    noun masculine

    Utgivaren tillställde alltså sina prenumeranter resebevis, varigenom dessa kunde beställa en viss resa och välja mellan olika tider.

    Ακολούθως, ο συνδρομητής ελάμβανε επιβεβαίωση της κρατήσεως εκ μέρους της διοργανώτριας εταιρίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prenumerant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "prenumerant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prenumerant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη