Μετάφραση του "prenumerant" σε Ελληνικά
Το συνδρομητής είναι η μετάφραση του "prenumerant" σε Ελληνικά.
prenumerant
-
συνδρομητής
noun masculineUtgivaren tillställde alltså sina prenumeranter resebevis, varigenom dessa kunde beställa en viss resa och välja mellan olika tider.
Ακολούθως, ο συνδρομητής ελάμβανε επιβεβαίωση της κρατήσεως εκ μέρους της διοργανώτριας εταιρίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prenumerant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "prenumerant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνδρομητής του List Builder
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη