Μετάφραση του "prestation" σε Ελληνικά

Οι επίτευγμα, εκπλήρωση, επίτευξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prestation" σε Ελληνικά.

prestation noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίτευγμα

    noun neuter

    Det här är vårt gemensamma fördrag, vår gemensamma prestation och vårt gemensamma arbete.

    Πρόκειται για την κοινή μας Συνθήκη, το κοινό μας επίτευγμα και την κοινή μας αποστολή.

  • εκπλήρωση

    noun

    1. tillhandahållande av prestationen har fastställts till ett specifikt kalenderdatum,

    i. για την εκπλήρωση της παροχής έχει συμφωνηθεί ορισμένη ημερολογιακώς ημέρα,

  • επίτευξη

    noun

    Nivån på bonusar och sanktioner ska stå i proportion till de mål som ska uppfyllas och de prestationer som åstadkommits.

    το εφαρμοζόμενο ύψος του δώρου ή προστίμου είναι ανάλογο των προς επίτευξη στόχων και των επιτυγχανόμενων επιδόσεων.

  • πράξη

    noun

    I grundrättsakten skall det anges vilka prestationer som berörs.

    Η βασική πράξη διευκρινίζει τις σχετικές παροχές υπηρεσιών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prestation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prestation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη