Μετάφραση του "procentsats" σε Ελληνικά
Οι ποσοστό, εκατοστιαία αναλογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "procentsats" σε Ελληνικά.
procentsats
-
ποσοστό
noun neuterVid användning av värderingsavdrag dras en viss procentsats av från marknadsvärdet på de underliggande tillgångarna.
Για την εφαρμογή των περικοπών, αφαιρείται ένα ορισμένο ποσοστό από την τρέχουσα αξία του περιουσιακού στοιχείου στην αγορά.
-
εκατοστιαία αναλογία
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " procentsats " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη