Μετάφραση του "prokurator" σε Ελληνικά

Οι εισαγγελέας, κατήγορος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prokurator" σε Ελληνικά.

prokurator
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισαγγελέας

    noun
  • κατήγορος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prokurator " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prokurator" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη