Μετάφραση του "proton" σε Ελληνικά

Το πρωτόνιο είναι η μετάφραση του "proton" σε Ελληνικά.

proton noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρωτόνιο

    noun neuter

    En väteatom har en proton i sin kärna och en elektron som kretsar runt den kärnan.

    Το άτομο υδρογόνου έχει ένα πρωτόνιο στον πυρήνα του και ένα ηλεκτρόνιο που περιστρέφεται γύρω από αυτόν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " proton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "proton"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "proton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη