Μετάφραση του "pubertet" σε Ελληνικά

Οι εφηβεία, εφηβική ηλικία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pubertet" σε Ελληνικά.

pubertet Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφηβεία

    noun feminine

    Mutationerna uppstår vid puberteten, ofta utlösta av emotionell stress.

    Oι μεταλλάξεις εμφαvίζοvται στηv εφηβεία, σε περιόδους συγκιvησιακής φόρτισης.

  • εφηβική ηλικία

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pubertet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pubertet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη