Μετάφραση του "publik" σε Ελληνικά

Οι κοινό, ακροατήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "publik" σε Ελληνικά.

publik adjective Adjective noun Noun common w γραμματική

människor som upplever ett evenemang

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοινό

    noun neuter

    Dina patetiska shower är orsaken till att teatern inte längre har nån publik.

    Οι αξιολύπητες παραστάσεις σου είναι ο λόγος που το θέατρο σου δεν έχει πια κοινό.

  • ακροατήριο

    noun neuter

    Prata aldrig med färgade när du har publik!

    Άλλη φορά, σκέψου το πριν μιλήσεις σε νέγρο με ακροατήριο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " publik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "publik"

Φράσεις παρόμοιες με "publik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "publik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη