Μετάφραση του "pump" σε Ελληνικά

Οι αντλία, τρόμπα, αίγλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pump" σε Ελληνικά.

pump noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντλία

    noun feminine

    Filter av sintermetall. Förhindrar att smutspartiklar kommer in i pumpen eller instrumentet.

    Φίλτρα από πυροσυσσωματωμένο μέταλλο για την παρεμπόδιση της εισόδου χονδρών κόκκων στην αντλία ή το όργανο.

  • τρόμπα

    noun feminine

    De får aldrig nåt ur mig, om de inte har en pump.

    Δεν θα βγάλουν τίποτα από μέσα μου, εκτός κι αν βάλουν τρόμπα.

  • αίγλη

    noun
  • αεραντλία

    Noun

    När kommer vår pump vara klar, tro?

    Πότε θα είναι έτοιμη η αεραντλία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pump " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pump
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αντλία

    Proper noun

    Pumpen, styrenheten, rörsystemet och lagringstanken för vatten ingår inte vid uppvisandet.

    Η αντλία, ο ρυθμιστής, οι σωληνώσεις και η δεξαμενή νερού δεν περιλαμβάνονται στο προϊόν κατά την παρουσίαση.

Εικόνες με "pump"

Φράσεις παρόμοιες με "pump" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αντλώ · γλυκοκολοκύθα · κολοκυθάκι · κολοκυθιά · κολοκύθα · κολοκύθι · μεγάλη κολοκύθα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pump" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη