Μετάφραση του "pussel" σε Ελληνικά

Το αίνιγμα είναι η μετάφραση του "pussel" σε Ελληνικά.

pussel noun neuter γραμματική

Ett spel där en person eller en grupp av personer skall återskapa en bild som har skurits till en mängd bitar som passar ihop.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αίνιγμα

    noun neuter

    Om den här boken är ett pussel kan de här vara bitarna.

    Αν αυτό το βιβλίο είναι ένα αίνιγμα, τότε αυτές θα είναι τα κομμάτια του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pussel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pussel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη