Μετάφραση του "reform" σε Ελληνικά
Οι αναμόρφωση, μεταρρύθμιση, αναμορφώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reform" σε Ελληνικά.
reform
noun
common
γραμματική
-
αναμόρφωση
noun feminineEn viktig reform av förhandlingarna på arbetsmarknaden har också införts för att underlätta majoritetsöverenskommelser.
Επίσης επήλθε σημαντική αναμόρφωση των διαδικασιών που διέπουν τον κοινωνικό διάλογο με στόχο τη διευκόλυνση των πλειοψηφικών συμφωνιών.
-
μεταρρύθμιση
noun feminineFör att försäkra oss om att vår fiskerinäring har en framtid behöver vi reformen.
Για να διασφαλίσουμε το μέλλον του αλιευτικού μας κλάδου, χρειαζόμαστε τη μεταρρύθμιση.
-
αναμορφώνω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " reform " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "reform" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θεσμική μεταρρύθμιση
-
πολιτική μεταρρύθμιση
-
οικονομική μεταρρύθμιση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη