Μετάφραση του "regel" σε Ελληνικά

Οι κανόνας, κανονισμός, αρχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "regel" σε Ελληνικά.

regel noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κανόνας

    noun masculine

    Varje samarbete eller varje gemensam organisation skall vara bunden av reglerna i detta direktiv.

    Κάθε συνεργασία ή κοινή οργανωτική δομή πρέπει να τηρεί τους κανόνες που θεσπίζονται με την παρούσα οδηγία.

  • κανονισμός

    noun masculine

    Kommittén skall välja sin ordförande i enlighet med de regler som den inför i sin arbetsordning.

    Η επιτροπή εκλέγει τον πρόεδρό της σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που προβλέπει ο εσωτερικός κανονισμός της.

  • αρχή

    noun feminine

    Den gemensamma förvaltningsmyndigheten ska som regel vara ett offentligrättsligt organ på nationell, regional eller lokal nivå.

    Η κοινή διαχειριστική αρχή είναι γενικά εθνικός, περιφερειακός ή τοπικός οργανισμός δημοσίου δικαίου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νόμος
    • σύρτης
    • σύμβαση
    • εντολή
    • δικάζω
    • ανθρώπινος κανόνας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " regel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "regel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "regel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη