Μετάφραση του "reglering" σε Ελληνικά
Οι κανονισμός, εμμηνόρροια, διακανονισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reglering" σε Ελληνικά.
reglering
γραμματική
-
κανονισμός
noun masculineSlutligen måste kommissionen arbeta för att mildra den finansiella regleringen.
Τέλος, η Επιτροπή πρέπει να εργαστεί με στόχο τη χαλάρωση του δημοσιονομικού κανονισμού.
-
εμμηνόρροια
noun feminine -
διακανονισμός
noun masculineDessutom är det troligt att effekten blir väsentlig endast i de fall det genomförs en reducering eller reglering.
Περαιτέρω, η επίπτωση πιθανόν να είναι σημαντική μόνον όπου υπάρχει περικοπή ή διακανονισμός.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- περίοδος
- ρύθμιση
- νομιμοποίηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " reglering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "reglering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έλεγχος της ρύπανσης
-
ρύθμιση των εμπορικών συναλλαγών
-
κανονισμοί τηλεπικοινωνιών
-
κανόνες επενδύσεων
-
εξοπλισμός ελέγχου της ρύπανσης
-
ρύθμιση της γεωργικής παραγωγής
-
κανονιστικές ρυθμίσεις της γεωργικής παραγωγής
-
παραγραφή (χρέους)
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη