Μετάφραση του "relation" σε Ελληνικά
Οι σχέση, αναλογία, Σχέση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "relation" σε Ελληνικά.
relation
noun
common
γραμματική
-
σχέση
noun feminineσελίδα αποσαφήνισης εγχειρημάτων Wikimedia
Vi har beslutat att främja deras relation genom att ge dem tid ensamma.
Aπoφασίσαμε vα βoηθήσoυμε τη σχέση τoυς δίνovτάς τoυς χρόvo.
-
αναλογία
nounDe assymetriregler som planeras bör åstadkomma rimliga relationer i detta sammanhang.
Οι προβλεπόμενοι ασύμμετροι κανόνες θα πρέπει να διασφαλίσουν αυτήν την αναλογία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " relation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Relation
-
Σχέση
Vi har beslutat att främja deras relation genom att ge dem tid ensamma.
Aπoφασίσαμε vα βoηθήσoυμε τη σχέση τoυς δίνovτάς τoυς χρόvo.
Φράσεις παρόμοιες με "relation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενδοοικογενειακή βία
-
διεθνείς σχέσεις
-
διμερείς σχέσεις
-
διαπροσωπική σχέση
-
σχέσεις Βορρά-Νότου
-
σχέσεις περιφέρειας-Ευρωπαϊκής Ένωσης
-
δημόσιες σχέσεις
-
παράθυρο "Σχέσεις"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη