Μετάφραση του "resning" σε Ελληνικά

Οι ανταρσία, εξέγερση, ανέγερση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "resning" σε Ελληνικά.

resning Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανταρσία

    noun feminine
  • εξέγερση

    noun feminine

    Det kan inte hjälpas att jag påminns om Elmar Broks landsmans ord efter resningen i Östberlin.

    Δεν μπορώ παρά να θυμηθώ τα λόγια ενός συμπατριώτη του κ. Brok μετά την εξέγερση στο ανατολικό Βερολίνο.

  • ανέγερση

    noun feminine

    resning och nedmontering av byggnadsställningar och arbetsplattformar, inklusive uthyrning av byggnadsställningar och arbetsplattformar

    ανέγερση και αποξήλωση ικριωμάτων και εξεδρών εργασίας, περιλαμβανομένης της εκμίσθωσης ικριωμάτων και εξεδρών εργασίας

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στάση
    • κίνημα
    • αναθεώρηση (δίκης)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " resning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "resning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη