Μετάφραση του "respiration" σε Ελληνικά
Οι αναπνοή, Αναπνοή (φυσιολογία) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "respiration" σε Ελληνικά.
respiration
-
αναπνοή
noun feminineMedverkan i miljöprocesser: primärproduktion, näringsomsättning, nedbrytning av organiskt material, respiration, osv
στ) συμμετοχή σε περιβαλλοντικές διεργασίες: πρωτογενή παραγωγή, ανακύκλωση θρεπτικών ουσιών, αποσύνθεση οργανικών ουσιών, αναπνοή, κ.λ.π
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " respiration " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Respiration
-
Αναπνοή (φυσιολογία)
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη