Μετάφραση του "resurs" σε Ελληνικά
Οι πόρος, περιουσία, μέσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "resurs" σε Ελληνικά.
resurs
noun
common
γραμματική
-
πόρος
noun masculineDe ekonomiska resurserna anslås till programmen som helhet och inte separat till regionerna.
Οι χρηματοδοτικοί πόροι χορηγούνται στο σύνολο των προγραμμάτων και δεν έχουν περιφερειακό χαρακτήρα.
-
περιουσία
noun feminine -
μέσα
nounKrissamordningskommittén kommer att stödja sig på tjänsteavdelningarnas existerande resurser och hjälpmedel.
Η επιτροπή συντονισμού κρίσεων θα βασιστεί στους πόρους και τα μέσα που υπάρχουν ήδη στις Υπηρεσίες.
-
πόροι
nounDe ekonomiska resurserna anslås till programmen som helhet och inte separat till regionerna.
Οι χρηματοδοτικοί πόροι χορηγούνται στο σύνολο των προγραμμάτων και δεν έχουν περιφερειακό χαρακτήρα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " resurs " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "resurs" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκτελεστικός πόρος
-
ζωικοί πόροι
-
Πόροι
-
γενετικοί πόροι
-
κλιματικοί πόροι
-
Προβολή πόρων
-
διάθεση πόρων
-
ανανεώσιμοι πόροι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη