Μετάφραση του "rev" σε Ελληνικά

Οι ύφαλος, ξέρα, σκόπελος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rev" σε Ελληνικά.

rev noun verb common neuter γραμματική

En lina avsedd att fästa krokar i vid fiske.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύφαλος

    noun masculine

    Dessutom måste revet ligga vid strömmar som kan föra dit mat.

    Για να αναπτυχθεί ο ύφαλος, πρέπει να είναι στην πορεία των ρευμάτων που μεταφέρουν τροφή.

  • ξέρα

    noun feminine

    Så fort vi kommit förbi det andra revet så kommer vi till de stora vågorna.

    Μετά τη δεύτερη ξέρα, θα βρούμε τα καλά κύματα.

  • σκόπελος

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξέρη
    • Ύφαλος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rev " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "rev"

Φράσεις παρόμοιες με "rev" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • νυχιάζω · σκίζω · τρίβω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rev" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη