Μετάφραση του "rik" σε Ελληνικά
Οι πλούσιος, εύπορος, άφθονος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rik" σε Ελληνικά.
rik
adjective
γραμματική
förmögen [..]
-
πλούσιος
adjective masculineMin far är rik.
Ο πατέρας μου είναι πλούσιος.
-
εύπορος
adjective masculineOm någon drabbades av en ekonomisk förlust, skulle du kunna bli en rik välgörare och lösa hans problem.
Αν κάποιος άλλος πάθαινε οικονομική ζημιά, θα μπορούσατε να γίνετε εύπορος ευεργέτης και να σπεύσετε σε βοήθειά του.
-
άφθονος
adjective masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απέραντο
- απέραντος
- απέραντη
- εκτενές
- εκτενής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη