Μετάφραση του "riklig" σε Ελληνικά

Οι άφθονος, πλούσιος, αρκετός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "riklig" σε Ελληνικά.

riklig
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άφθονος

    adjective masculine
  • πλούσιος

    adjective masculine

    Rapporten innehåller riklig information, men det är beklagligt att uppgifterna inte alltid ställs mot varandra.

    Παρότι η έκθεση είναι πολύ πλούσια και μεστή σε πληροφορίες, είναι κρίμα που αυτές δεν είναι πάντοτε διασταυρωμένες.

  • αρκετός

    adjective
  • πολύτιμος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " riklig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "riklig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "riklig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη