Μετάφραση του "rivalitet" σε Ελληνικά
Το ανταγωνισμός είναι η μετάφραση του "rivalitet" σε Ελληνικά.
rivalitet
-
ανταγωνισμός
noun masculineFör närvarande finns det ingen egentlig "rivalitet" eller onödig överlappning på detta område.
Δεν υπάρχει επί του παρόντος πραγματικός ανταγωνισμός ή άσκοπη επικάλυψη πολιτικών στον τομέα αυτό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rivalitet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη