Μετάφραση του "robot" σε Ελληνικά

Οι ρομπότ, πύραυλος, πύραυλοι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "robot" σε Ελληνικά.

robot noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρομπότ

    noun masculine

    Datorn fångar dem och laddar ner dem i roboten.

    Tο κομπιούτερ θα πιάσει κινήσεις και θα τις ανεβάσει στο ρομπότ.

  • πύραυλος

    noun masculine

    De bär tunga väskor som kan vara roboten.

    Μεταφέρουν πολύ βαριές αποσκευές, ίσως είναι ο πύραυλος.

  • πύραυλοι

    Karantänen stoppar nya robotar, men den får inte bort dem som är där.

    Τουλάχιστον, δεν θα προστεθούν πύραυλοι στους ήδη υπάρχοντες.

  • αυτόματο

    noun

    Därför använde du stjärnbildstemat när du programmerade roboten.

    Γι'αυτό χρησιμοποιήσεις τους αστερισμούς όταν προγραμμάτισες το αυτόματο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " robot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Robot
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ρομπότ

    ιστορική ανάδρομη

    Robotar utrustade med kirurgiska instrument hjälper läkarna att utföra extremt komplicerade operationer med mycket hög precision

    Ρομπότ εξοπλισμένα με χειρουργικά εργαλεία βοηθούν τους γιατρούς να κάνουν εξαιρετικά περίπλοκες επεμβάσεις με απίστευτη ακρίβεια

Φράσεις παρόμοιες με "robot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "robot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη