Μετάφραση του "ros" σε Ελληνικά

Οι τριαντάφυλλο, τριανταφυλλιά, ροδή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ros" σε Ελληνικά.

ros noun verb common w γραμματική

växt

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τριαντάφυλλο

    noun neuter

    Stifler gav en ros till en tjej och menade det

    O Στίφλερ πρόσφερε τριαντάφυλλο σε κορίτσι στα σοβαρά!

  • τριανταφυλλιά

    noun feminine

    Den här lilla rosen vore utöd i dag om jag inte räddat den undan de hemska bulldozrarna.

    Η μικρή τριανταφυλλιά σήμερα θα είχε εκλείψει αν δεν την είχα σώσει απ'τις φριχτές μπουλντόζες.

  • ροδή

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ρόδο
    • ανεμοπύρωμα
    • ερυσίπελας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ros " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ros proper
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τριανταφυλλιά

Εικόνες με "ros"

Φράσεις παρόμοιες με "ros" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ros" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη