Μετάφραση του "sedel" σε Ελληνικά
Οι χαρτονόμισμα, τραπεζογραμμάτιο, συναλλαγματική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sedel" σε Ελληνικά.
sedel
noun
common
w
γραμματική
-
χαρτονόμισμα
noun neuterμορφή φυσικού νομίσματος από χαρτί (ή σπάνια από συνθετικό υλικό)
I alla deltagarländerna är det i huvudsak uttagsautomaterna som försörjer konsumenterna med sedlar.
Σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης αποτελούν τη βασική πηγή εφοδιασμού των καταναλωτών με χαρτονομίσματα.
-
τραπεζογραμμάτιο
noun neuterSå sedeln används i några länder, men inte i andra.
Έτσι, το τραπεζογραμμάτιο χρησιμοποιείται σε ορισμένες χώρες, αλλά όχι σε άλλες.
-
συναλλαγματική
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sedel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "sedel"
Φράσεις παρόμοιες με "sedel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πιστωτικό χρήμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη