Μετάφραση του "senat" σε Ελληνικά

Οι γερουσία, σύγκλητος, Γερουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "senat" σε Ελληνικά.

senat Noun γραμματική

Den del av ett tvåkammarparlament som består av antingen representanter för medlemsstater i en federation eller ett utvalt antal individer från vissa privilegierade stånd eller sociala klasser.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γερουσία

    noun feminine

    Det har gjorts försök i senaten att ändra förfarandena för att utnämna och avsätta åklagare på hög nivå.

    Έγιναν προσπάθειες στη γερουσία να τροποποιηθούν οι διαδικασίες διορισμού και ανάκλησης υψηλόβαθμων εισαγγελέων.

  • σύγκλητος

    noun

    Om senaten ger mig kommandot, tar jag det.

    Υποθέτω ότι η σύγκλητος θέλει να αναθέσει τη διοίκηση σ'εμένα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " senat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Senat
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γερουσία

    Senaten har menat att armén ibland kanske har varit en smula extrem.

    Η Γερουσία πιστεύει ότι ο στρατός, κάποιες φορές, υπήρξε λίγο ακραίος.

Εικόνες με "senat"

Φράσεις παρόμοιες με "senat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "senat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη