Μετάφραση του "senil" σε Ελληνικά

Το γεροντικός είναι η μετάφραση του "senil" σε Ελληνικά.

senil Adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεροντικός

    adjective masculine

    Det enda vittne som några av dem kände till var en äldre kvinna som de trodde var senil.

    Το μόνο που είχαν ακούσει μερικοί ήταν ότι υπήρχε μια ηλικιωμένη με γεροντική άνοια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " senil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "senil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "senil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη