Μετάφραση του "separat" σε Ελληνικά

Οι χωριστός, ξεχωριστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "separat" σε Ελληνικά.

separat
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χωριστός

    adjective

    Sådana åtgärder bör antas separat genom ett beslut som riktar sig till medlemsstaterna.

    Τα εν λόγω μέτρα εγκρίνονται χωριστά, με απόφαση που απευθύνεται στα κράτη μέλη.

  • ξεχωριστός

    adjective

    Om oxidationsfaktorn tas med i beräkningen i emissionsfaktorn skall en separat oxidationsfaktor inte tillämpas.

    Στην περίπτωση που ο συντελεστής οξείδωσης λαμβάνεται υπόψη στο συντελεστή εκπομπών, δεν χρησιμοποιείται ξεχωριστός συντελεστής οξείδωσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " separat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "separat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "separat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη