Μετάφραση του "serendipitet" σε Ελληνικά

Το τυχαιότητα είναι η μετάφραση του "serendipitet" σε Ελληνικά.

serendipitet noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τυχαιότητα

    noun feminine

    förmågan att göra lyckliga upptäckter av en slump

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " serendipitet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "serendipitet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη