Μετάφραση του "servitut" σε Ελληνικά

Οι δουλείες, δουλεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "servitut" σε Ελληνικά.

servitut γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δουλείες

    noun

    Dessa fyra servitut är sannolikt de äldsta i romersk rätt.

    Οι εν λόγω τέσσερις δουλείες θα πρέπει να είναι οι αρχαιότερες που ήσαν γνωστές στο ρωμαϊκό δίκαιο.

  • δουλεία

    noun

    I de rättsordningarna klassificeras usufructus fortfarande som ett personligt servitut.

    Σ'αυτές τις έννομες τάξεις εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται προσωπική δουλεία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " servitut " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "servitut" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη