Μετάφραση του "sikt" σε Ελληνικά

Οι κόσκινο, ορατότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sikt" σε Ελληνικά.

sikt noun common γραμματική

möjligheten att se

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόσκινο

    noun neuter

    Beståndsdelar som passerar genom denna sikt ska betraktas som skrumpna kärnor.

    Οι ύλες οι οποίες διέρχονται από το κόσκινο αυτό θεωρούνται ως σπόροι συρρικνωμένοι.

  • ορατότητα

    noun feminine

    Fri från molnen och med sikt till marken eller vattnet.

    εκτός των νεφών και με ορατότητα της επιφάνειας·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sikt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sikt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη