Μετάφραση του "skepticism" σε Ελληνικά
Το σκεπτικισμός είναι η μετάφραση του "skepticism" σε Ελληνικά.
skepticism
γραμματική
-
σκεπτικισμός
noun masculineDessa långvariga relationer utgör ett potentiellt hot mot oberoende och yrkesmässig skepticism.
Αυτές οι μακροχρόνιες σχέσεις υπονομεύουν εν δυνάμει έννοιες όπως η ανεξαρτησία και ο επαγγελματικός σκεπτικισμός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " skepticism " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη