Μετάφραση του "skogsplantering" σε Ελληνικά

Οι αναδάσωση, δάσωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "skogsplantering" σε Ελληνικά.

skogsplantering
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναδάσωση

    noun

    Som tidigare begränsas kontakterna mellan jord- och skogsbruket till skogsplantering på jordbruksytor.

    Οι σχέσεις μεταξύ γεωργίας και δασοπονίας περιορίζονται, όπως παλαιότερα, στην αναδάσωση γεωργικών εδαφών.

  • δάσωση

    En utvidgning av åtgärderna enligt denna förordning om främjande av långvarig skogsplantering bör undersökas.

    Θα πρέπει να ερευνηθεί η επέκταση των μέτρων του κανονισμού αυτού, ενθαρρύνοντας τη μακροπρόθεσμη δάσωση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " skogsplantering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "skogsplantering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη