Μετάφραση του "smed" σε Ελληνικά

Οι σιδεράς, σιδηρουργός, εφαρμοστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "smed" σε Ελληνικά.

smed noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σιδεράς

    noun masculine

    En collegekompis har blivit första kvinnliga smed där.

    Μια φίλη μου έγινε η πρώτη γυναίκα σιδεράς της περιοχής.

  • σιδηρουργός

    noun masculine

    Bara tre smeder kan arbeta med valyriskt stål.

    Τρεις εν ζωή σιδηρουργοί ξέρουν από Βαλυριανό ατσάλι.

  • εφαρμοστής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " smed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "smed"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "smed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη