Μετάφραση του "smidighet" σε Ελληνικά

Το ευκινησία είναι η μετάφραση του "smidighet" σε Ελληνικά.

smidighet
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευκινησία

    noun

    Den rödnäbbade tropikfågeln förlitar sig på extrem smidighet i luften för att övervinna livets många utmaningar.

    Τα κοκκινόραμφα θαλασσοπούλια βασί - ζονται στην εξαιρετική εναέρια ευκινησία, για να ανταπεξέλθουν στις πολλές προκλήσεις της ζωής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " smidighet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "smidighet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη