Μετάφραση του "smuggling" σε Ελληνικά
Οι λαθρεμπόριο, Λαθρεμπόριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "smuggling" σε Ελληνικά.
smuggling
noun
common
γραμματική
-
λαθρεμπόριο
noun neuterDet är utmärkt eftersom man därigenom motarbetar smuggling.
Είναι ένα εξαιρετικό πρόγραμμα, καθώς καταπολεμά το λαθρεμπόριο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " smuggling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Smuggling
-
Λαθρεμπόριο
Smuggling av plutonium och litium 6 ‐ Euratoms säkerhetskontroll.
Λαθρεμπόριο και λίθιο 6 ‐ Έλεγχος της ασφάλειας από την Ευρατόμ.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη