Μετάφραση του "snor" σε Ελληνικά

Οι μύξα, Βλέννα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "snor" σε Ελληνικά.

snor noun Noun verb neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μύξα

    noun feminine

    Du skulle behandla Methuselah om hans snor hade en intressant färg.

    Θα αναλάμβανες και τον Μαθουσάλα, αν η μύξα του είχε ενδιαφέρον χρώμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " snor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Snor
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βλέννα

    typ av kroppsvätska eller vätska hos växter

    Och den andra såg ut att vara nersölad med färskt snor.

    Και το δεύτερο φαινόταν να είναι πιτσιλισμένο με ένα φρέσκο είδος βλέννας.

Φράσεις παρόμοιες με "snor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • sno
    κλέβω · υπεξαιρώ
  • ιμάντας · κορδόνι · ταινία
  • sno
    κλέβω · υπεξαιρώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "snor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη