Μετάφραση του "snor" σε Ελληνικά
Οι μύξα, Βλέννα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "snor" σε Ελληνικά.
snor
noun
Noun
verb
neuter
γραμματική
-
μύξα
noun feminineDu skulle behandla Methuselah om hans snor hade en intressant färg.
Θα αναλάμβανες και τον Μαθουσάλα, αν η μύξα του είχε ενδιαφέρον χρώμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " snor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Snor
-
Βλέννα
typ av kroppsvätska eller vätska hos växter
Och den andra såg ut att vara nersölad med färskt snor.
Και το δεύτερο φαινόταν να είναι πιτσιλισμένο με ένα φρέσκο είδος βλέννας.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη