Μετάφραση του "sopa" σε Ελληνικά
Οι σκουπίζω, σκουπίδι, σαρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sopa" σε Ελληνικά.
sopa
verb
noun
common
w
γραμματική
Att rengöra med en borste.
-
σκουπίζω
verbLåt människorna jaga, och hota dem inte, och de kommer att låta dig rota i sina sopor.
Ας οι άνθρωποι κάνουν το κυνήγι, δεν τους απειλούν, και θα σας αφήσει να σκουπίζω τα σκουπίδια τους.
-
σκουπίδι
noun neuterOch detta är för min dotter, din mänskliga sopa!
Και αυτό εδώ για την κόρη μου, ρε ανθρώπινο σκουπίδι!
-
σαρώνω
verb -
βουρτσίζω
verbΚαθαρίζω με μια βούρτσα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sopa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "sopa"
Φράσεις παρόμοιες με "sopa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σκουπίδι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη