Μετάφραση του "sorgsen" σε Ελληνικά

Οι λυπημένος, θλιμμένος, λυπητερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sorgsen" σε Ελληνικά.

sorgsen γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λυπημένος

    adjective

    Du ser sorgsen ut, när du tror att han inte ser.

    Κι εσύ δείχνεις λυπημένος, όταν νομίζεις ότι αυτός δεν σε βλέπει.

  • θλιμμένος

    adjective

    Då ser han mycket sorgsen ut och säger att det är hans skuld

    Θα δείχνει θλιμμένος και θα απαντήσει ότι πράγματι, αυτός φταίει

  • λυπητερός

    Men det lät inte sorgset.

    Μα ο θόρυβος δεν ήταν λυπητερός.

  • θλιβερός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sorgsen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sorgsen"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sorgsen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη