Μετάφραση του "sot" σε Ελληνικά

Οι αιθάλη, Αιθάλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sot" σε Ελληνικά.

sot noun common neuter γραμματική

förbränt kol

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιθάλη

    noun feminine

    Och sotet som skapade i branden är vad som ger flamman dess färg.

    Και η αιθάλη που δημιουργείται από τη φωτιά της δίνει και το χρώμα της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Sot
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αιθάλη

    Sot och flagor i munnen och svalget

    Αιθάλη και σκύρα στο στόμα και το λαιμό του

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη