Μετάφραση του "specialisering" σε Ελληνικά

Το εξειδίκευση είναι η μετάφραση του "specialisering" σε Ελληνικά.

specialisering Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξειδίκευση

    noun

    Kortutgivning och -anslutning är i grunden olika verksamheter som innebär olika specialiseringar och kostnader.

    Η έκδοση και η αποδοχή είναι ριζικά διαφορετικές δραστηριότητες, συνεπαγόμενες διαφορετική εξειδίκευση και διαφορετικό κόστος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " specialisering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "specialisering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "specialisering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη