Μετάφραση του "spelare" σε Ελληνικά

Οι παίκτης, παίχτης, παίκτρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spelare" σε Ελληνικά.

spelare noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παίκτης

    noun masculine

    πρόσωπο που παίζει ένα παιχνίδι

    En smart spelare vet när man ska sluta.

    Ένας έξυπνος παίκτης, ξέρει πότε να τα παρατάει.

  • παίχτης

    noun masculine

    Nån som känner spelarna, men har lämnat sporten.

    Να είναι παίχτης, αλλά να μην είναι πια στο παιχνίδι.

  • παίκτρια

    noun feminine

    Vi har inte råd att förlora vår populäraste spelare.

    Δεν είναι στιγμή για να χάσουμε την καλύτερή μας παίκτρια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ηθοποιός
    • πρόγραμμα αναπαραγωγής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spelare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "spelare"

Φράσεις παρόμοιες με "spelare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spelare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη