Μετάφραση του "spenat" σε Ελληνικά

Το σπανάκι είναι η μετάφραση του "spenat" σε Ελληνικά.

spenat noun common w γραμματική

köksväxt [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σπανάκι

    noun neuter

    En viktig bladgrönsak som odlas överallt i de tempererade regionerna av världen.

    När det gäller nitrathalterna i spenat kan man dock inte se någon tydlig tendens till minskning.

    Τα επίπεδα νιτρικών αλάτων στο σπανάκι δεν δείχνουν σαφή τάση μείωσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spenat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "spenat"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spenat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη