Μετάφραση του "spion" σε Ελληνικά

Οι κατάσκοπος, πράκτορας, κατασκοπεύσει είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spion" σε Ελληνικά.

spion noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάσκοπος

    noun masculine

    Denna person kopplar sig till familjen, han är en engelsk spion.

    Ισχυρίζεται πως είναι συγγενής του, ενώ προφανώς είναι'γγλος κατάσκοπος.

  • πράκτορας

    noun masculine

    En av frekvenserna vet vi är en fientlig spion i Norge.

    Mια συχνότητα ήταν στη λίστα των εχθρικών πρακτόρων στη Νορβηγία.

  • κατασκοπεύσει

    Jag tror att om ni hade haft en riktig styrka, hade ni inte skickat en spion.

    Πιστεύω πως αν είχες πραγματική δύναμη, δεν θα είχες στείλει κάποιον να μας κατασκοπεύσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "spion"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη