Μετάφραση του "springa" σε Ελληνικά

Οι τρέχω, πάλλομαι, χαραμάδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "springa" σε Ελληνικά.

springa verb noun common γραμματική

liten, smal öppning [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρέχω

    verb

    Μετακινούμαι γρήγορα εναλλάσσοντας γρήγορα πηδήματα με το ένα και το άλλο πόδι.

    Hon gillar att springa.

    Της αρέσει να τρέχει.

  • πάλλομαι

    verb
  • χαραμάδα

    noun feminine

    Om vi bara öppnar en springa i dörren, flödar ljuset in.

    Αν αφήσουμε μια χαραμάδα, το φως θα ξεχυθεί μέσα μας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σχισμή
    • εγκοπή
    • κινούμαι
    • ρωγμή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " springa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "springa"

Φράσεις παρόμοιες με "springa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "springa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη