Μετάφραση του "start" σε Ελληνικά
Οι αρχή, έναρξη, ξεκίνημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "start" σε Ελληνικά.
En aktivitets eller handlings initiala fas.
-
αρχή
noun feminineStoppa magi är svårare än att starta den.
Η διακοπή της μαγείας είναι πολύ πιο δύσκολότερη στην αρχή.
-
έναρξη
noun feminineEn aktivitets eller handlings initiala fas.
Mätningen av utsläpp ska startas parallellt med varmstartsfasen, inkluderande igångdragning av motorn.
Η μέτρηση των εκπομπών ξεκινά παράλληλα με την έναρξη της φάσης θερμής εκκίνησης, συμπεριλαμβανομένης της εκκίνησης του κινητήρα.
-
ξεκίνημα
noun neuterOch att ni flyttar långt härifrån och startar om från början kanske är det bästa för er.
Και πιστεύω πως το να φύγετε μακριά να κάνετε ένα νέο ξεκίνημα ίσως είναι το καλύτερο για εσάς.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εκκίνηση
- απογείωση
- απαρχή
- αναπηδώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " start " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Βασική
"Sure Start" är det viktigaste politiska programmet i detta arbete.
Το πρόγραμμα «Σίγουρη Εκκίνηση» («Sure Start») αποτελεί τη βασική πολιτική στον αγώνα αυτό.
-
Οικία
-
Αρχική
Starten av det nya systemet planerades ursprungligen till mars 2007.
Το νέο σύστημα ήταν αρχικά προγραμματισμένο να λειτουργήσει το Μάρτιο του 2007.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Αρχική σελίδα
- Κεντρική
Φράσεις παρόμοιες με "start" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρώτη εκκίνηση
-
στυλ Εκκίνησης εργασιών
-
άρχομαι · αρχίζω · δίνω αρχική τιμή · εκκίνηση · προετοιμάζω
-
επανεκκίνηση · επανεκκινώ · ξαναφύγει
-
επανέναρξη μέσω λογισμικού · επανεκκίνηση μέσω λογισμικού
-
Εκκίνηση εργασιών
-
δημιουργία επιχείρησης
-
Μενού "Έναρξη"