Μετάφραση του "statistik" σε Ελληνικά

Οι στατιστική, Στατιστική, επιστήμη στατιστικής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "statistik" σε Ελληνικά.

statistik noun common γραμματική

vetenskap

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • στατιστική

    noun feminine

    Eurostats statistik över utrikeshandel ska användas vid tillämpning av denna artikel.

    Η στατιστική πηγή που χρησιμοποιείται για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι οι στατιστικές εξωτερικού εμπορίου της Eurostat.

  • Στατιστική

    ”Statistisk infrastruktur och mål för programmet för europeisk statistik 2013–2020”.

    «Στατιστική υποδομή και στόχοι του ευρωπαϊκού στατιστικού προγράμματος 2013-2020»·

  • επιστήμη στατιστικής

    noun
  • στατιστικά στοιχεία

    Statistik över skulder som omfattar sådan statistik som återfinns i tabellerna 3A och 3B i bilaga I.

    «στατιστικά στοιχεία για το χρέος», που περιλαμβάνουν τα στατιστικά στοιχεία των πινάκων 3Α και 3Β του παραρτήματος Ι·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " statistik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "statistik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "statistik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη