Μετάφραση του "statyett" σε Ελληνικά
Οι αγαλματίδιο, αγαλματάκι, αγαλμάτιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "statyett" σε Ελληνικά.
statyett
-
αγαλματίδιο
noun neuterEn artikel som består av en evighetsalmanacka och en statyett i plast föreställande en ängel.
Είδος αποτελούμενο από ένα ημερολόγιο «διαρκείας» και πλαστικό αγαλματίδιο με τη μορφή αγγέλου.
-
αγαλματάκι
noun neuterHon fick bara en statyett, och jag sprängde den.
Είχε ένα μοναδικό αγαλματάκι και εγώ το κατέστρεψα.
-
αγαλμάτιο
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " statyett " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη