Μετάφραση του "sten" σε Ελληνικά

Οι λίθος, πέτρα, Πέτρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sten" σε Ελληνικά.

sten noun common γραμματική

En generell term för bergarter när dessa används för byggnadsändamål, antingen krossat för användning som komponent eller uppdelad i formade block. [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λίθος

    noun masculine

    En generell term för bergarter när dessa används för byggnadsändamål, antingen krossat för användning som komponent eller uppdelad i formade block. [..]

    Enda problemet är att stenen bara är en meter hög.

    O σερίφης είναι πάνω από 1,80 κι ο λίθος είναι μόνο 90 εκατοστά.

  • πέτρα

    noun feminine

    En titt på den varelse hon hade blivit, skulle förvandla allt levande till sten.

    M ́ έvα βλέμμα στο τέρας που έγιvε, όλα τα πλάσματα γίvοvται πέτρα.

  • Πέτρα

    En titt på den varelse hon hade blivit, skulle förvandla allt levande till sten.

    M ́ έvα βλέμμα στο τέρας που έγιvε, όλα τα πλάσματα γίvοvται πέτρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βράχος
    • πέτρωμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Sten proper
+ Προσθήκη

"Sten" στο λεξικό Σουηδικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Sten στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "sten"

Φράσεις παρόμοιες με "sten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη