Μετάφραση του "stenografi" σε Ελληνικά

Οι στενογραφία, ταχυγραφία, Στενογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stenografi" σε Ελληνικά.

stenografi
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • στενογραφία

    noun feminine

    Under Joseph Smiths livstid var stenografi inte allmänt använt.

    Ωστόσο, κατά την εποχή που έζησε ο Τζόζεφ Σμιθ, η στενογραφία δεν ήταν ευρέως διαδεδομένη.

  • ταχυγραφία

    noun feminine
  • Στενογραφία

    Under Joseph Smiths livstid var stenografi inte allmänt använt.

    Ωστόσο, κατά την εποχή που έζησε ο Τζόζεφ Σμιθ, η στενογραφία δεν ήταν ευρέως διαδεδομένη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stenografi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stenografi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη